Το μοναδικό στοιχείο, στο οποίο όλοι συνηγορούμε μετά βεβαιότητος είναι οι φιλολογικές και τυπικές απόψεις μας ότι ένα βιβλίο περικλείει ανεκτίμητη αξία μέσα στις σελίδες του. Αλλά όπως είπα, οι απόψεις αυτές είναι μόνο φιλολογικές, όλοι μιλάμε για το βιβλίο με τα καλύτερα λόγια απλώς για να μιλήσουμε, λιγότεροι όμως είναι εκείνοι που στην πραγματικότητα αξιοποιούν τον ελεύθερό τους χρόνο με το διάβασμα. Μόνο ορισμένοι μεγαλύτερης ηλικίας άνθρωποι εξακολουθούν να διαβάζουν, ιδίως όμως οι νεότεροι άνθρωποι αποφεύγουν με περίτεχνη δεξιότητα την ενασχόληση με αυτήν την πνευματική δραστηριότητα, ακολουθώντας τις προτροπές και τις υπαγορεύσεις της σύγχρονης, μαζικής, ηλεκτρονικής εποχής που υπηρετεί την υποκουλτούρα.
Για να αντιληφθούμε τα συμπεράσματα αυτού του άρθρου, θα πρέπει να ξεκινήσουμε με μία αξιωματική αλήθεια. Τα χρόνια των προηγούμενων γενεών μας, που ήταν πιο λιτά και απλούστερα, ο κόσμος χαρακτηριζόταν κι από διαφορετική νοοτροπία, που συνεπαγόταν την αποδοχή στη ζωή μας και των πιο μικρών, αλλά ωφέλιμων χαρών της ζωής. Τέτοια χαρά ήταν το βιβλίο. Όσο «εξελισσόμαστε» όμως στο διάβα των ετών, η τεχνολογία κι ο ασυγκράτητος ηλεκτρονικός εκσυγχρονισμός επέφεραν τη ζημία τους. Είναι δηλαδή αποκλειστικά υπαίτιες για τη μεταβολή του ατομικού και κοινωνικού σκέπτεσθαι και φέρεσθαι. Η τεχνολογική επανάσταση επενέργησε καταχρηστικά, εντυπωσιάζοντας τον άνθρωπο για τα επιτεύγματά της. Ο άνθρωπος, κατεχόμενος από το σύνδρομο της επιπολαιότητας, εθεώρησε λοιπόν ότι η τηλεόραση, το διαδίκτυο και κατ επέκταση το χρήμα, η δόξα και το star system «είναι σαφώς αγαθά απαραίτητα για την επιβίωσή του και επικρατέστερα από ένα τιποτένιο βιβλίο». Πρέπει όμως να καταλάβουμε ότι στον 21ο αιώνα παρακολουθούμε πυροτεχνήματα και μασημένη τροφή. Ακόμα κι αν υπήρχε δυνατότητα να χρησιμοποιήσουμε σωστά την τηλεόραση για ποιοτική στάθμη προγραμμάτων ή να αναζητήσουμε αξιόλογες πηγές στο διαδίκτυο για την ενημέρωσή μας, ακόμα κι αυτό δεν το πράττουμε. Το γυαλί έχει γεμίσει, πρωί μεσημέρι βράδυ, από αμόρφωτες παρουσιάστριες, που με τις εκπομπές τους μας αντιμετωπίζουν ως πρόβατα. Θα έπρεπε να μας νοιάζει τί κάνει ο κάθε star; Γιατί να μη δω σε ένα ρεπορτάζ τί κάνει απεναντίας ο βιοπαλαιστής σε ένα μέρος της περιφέρειας, ο καθημερινός Έλληνας; Ο καθένας είναι star για τον εαυτό του. Όποιος είναι πραγματικός star, αποφεύγει τα φώτα της δημοσιότητας. Από την άλλη, ο κυβερνοχώρος έχει μετατραπεί σε εργοστάσιο παραγωγής παιχνιδιών κι ασύστολης πορνογραφίας. Γινόμαστε ένας λαός, κοινωνός της υποκουλτούρας, απαίδευτος χωρίς αντιστάσεις, λαός σκλάβος των νεωτερικών διαβόλων. Οδηγούμαστε με βεβαιότητα στη διάλυση(διάλυση πολιτιστική, κοινωνική, εθνική) αν δεν σοβαρευτούμε.
Οφείλουμε να επαναπροσδώσουμε ως εκ τούτων στο βιβλίο την απωλεσθείσα του φήμη. Η ικανότητα του βιβλίου είναι δεδομένη κι αφού όλοι την παραδεχόμαστε, ας κάνουμε και μία στροφή στην οδό της κουλτούρας, του διαβάσματος και των γραμμάτων. Διότι η καταστρωμένη σκέψη , η μόρφωση και κυρίως η γνώση είναι αναλλοίωτα αγαθά, είναι πολεμοφόδια που συνοδεύουν την προσωπικότητά μας και συντελούν στη μάχη μας με την ψευδοεξέλιξη και τον εικονικό προοδευτισμό. Την πνευματική αυτή διεργασία μόνο το βιβλίο μπορεί να διασφαλίσει. Όλοι έχουμε άποψη για τα πάντα, είμαστε οικονομολόγοι, πολιτικοί, προπονητές, ειδικοί, δημοσιογράφοι, είμαστε επαΐοντες με πολλά αλάθητα.
Διαβάζοντας όμως και μελετώντας θα γνωρίζουμε περισσότερο και θα μιλάμε λιγότερο. Να θυμήσω απλώς ότι η αξία ενός οποιουδήποτε βιβλίου συνίσταται: στην απόκτηση γνώσεων σε διάφορους κλάδους της ζωής, στην όξυνση της κριτικής μας ικανότητας, στην καλλιέργεια του λόγου μας, στη διαμόρφωση αμερόληπτης άποψης για κάθε θέμα, στην πνευματική αναβάθμιση και το σχηματισμό ωριμότερης στάσης ζωής. Έτσι, οι αντιστάσεις μας απέναντι στους σύγχρονους θεούς θα αυξηθούν, ενώ οι νέες γενεές θα αποκτήσουν άλλη γραμμή πλεύσης στη ζωή τους από το να γεμίζουν μόνο τα καφέ(που για αρκετούς είναι το μόνο που ξέρουν να κάνουν).
Το διάβασμα, η μελέτη, η ενημέρωση(η αναβάθμιση του ρόλου του τύπου και του ραδιοφώνου), η συγγραφή είναι στοιχεία υψηλού επιπέδου παιδείας, τα οποία για να διακρίνουν την κοινωνία μας πρέπει η τελευταία να επιδιώξει μία ριζική μεταστροφή στη στάση της απέναντι στο βιβλίο. Πρωτίστως, ατομικά, έκαστος εξ ημών υπέχει υποχρέωση να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με το εργαλείο σκέψης που ονομάζεται βιβλίο, επιχειρώντας να βελτιώσει αυτή τη σχέση. Κι αφού όλοι μας ατομικά θα προτιμήσουμε το βιβλίο, δευτερευόντως και συμπληρωματικά θα αποβεί ευεργετική η στήριξη αυτού του ζητήματος με διάφορες δράσεις από την κεντρική και περιφερειακή διοίκηση, αλλά κι από τοπικούς φορείς (η καλλιέργεια κι η επιμόρφωση πρέπει να ενταχθεί συστηματικότερα στα προγράμματα των φορέων της Πολιτείας, αλλά και των οργανισμών που λέγονται κόμματα, που έχουν την ευκαιρία να αφήσουν σπουδαίο έργο μ αυτόν τον τρόπο από το να μάχονται για τη θεσιθηρία και την κάλπικη δόξα). Κι ενδεικτικά, οι διοικούντες φορείς μπορούν να ενισχύσουν από κάθε άποψη το ρόλο των σχολείων σε σχέση με την αξία του βιβλίου που πρέπει να περάσουν στις κρίσιμες κι εύπλαστες νεαρές ηλικίες, αλλά και το ρόλο των δημοτικών βιβλιοθηκών, στις οποίες οι μόνοι παρόντες είναι οι βιβλιοθηκονόμοι, ενώ πανηγυρικά απόντες είναι τα παιδιά κι οι νέοι άνθρωποι.
Οι φορείς κοινωνικοποίησης κι οι γονείς πρέπει να σπρώξουν τα παιδιά τους στην κατεύθυνση του βιβλίου! Η γνώση είναι πολύτιμη πυξίδα προσανατολισμού στη σύγχρονη άβυσσο της υποκουλτούρας, της αλλοτρίωσης, της άγνοιας! Το βιβλίο δε θα σε προδώσει ποτέ! Το βιβλίο είναι ο πιο πιστός σου φίλος !Το βιβλίο είναι εχέγγυο αξιοπιστίας, είναι αυτό που βλέπεις(εν αντιθέσει με τους ανθρώπους)! Η απομυθοποίησή του είναι η ένδειξη του απόλυτου ανθρώπινου σφάλματος! Αν δεν αλλάξει κάτι άμεσα, όχι μόνο θα διαβάζουν στατιστικά όλο και λιγότεροι, αλλά στατιστικά θα μειώνεται κι η ποιοτική κι εμπλουτισμένη συγγραφική παραγωγή, οπότε κι οι λίγοι που θα θέλουν να διαβάσουν δε θα μπορούν διότι δε θα βρίσκουν την κατάλληλη αξιόλογη βιβλιογραφία.
Βιβλίο: Ο πιο πιστός μας φίλος
Γράφει: Τριανταλής Δημήτριος, φοιτητής Νομικής Σχολής Αθηνών