ANHΛΙΚΟΙ - ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ





ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ


ΑΝΗΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΒΑΤΕΣ - ΕΠΙΒΟΛΗ ΠΟΙΝΩΝ

(ΠΡΑΚΤΙΚΗ - ΑΔΥΝΑΜΙΕΣ - ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ)








ΛΕΜΕΣΟΣ  25.6.2009








Α. Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ.
        Π.Ε.Δ.





Αντώνης Ρ. Λιάτσος: 

Είναι Πρόεδρος στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και διετέλεσε Πρόεδρος του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας. Ως εκπρόσωπος των Δικαστικών αρχών ήταν μέλος της Επιτροπής για Θέματα Σωφρονιστικής Πολιτικής και ως μέλος της αντιπροσωπείας της Κυπριακής Δημοκρατίας παρακολουθούσε, για σειρά ετών, στα γραφεία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, στην Βιέννη, τις εργασίες της Επιτροπής Πρόληψης Εγκλήματος και Ποινικής Δικαιοσύνης, η οποία είναι όργανο του Ο.Η.Ε. 

Είναι νυμφευμένος με την Ελένη Λιάτσου, δικηγόρο και πατέρας ενός παιδιού, του Αλέξανδρου.




ΑΝΗΛΙΚΟΙ, ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

1.   ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ
2.   ΟΡΙΣΜΟΣ «ΑΝΗΛΙΚΟΥ»
3.   ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ - ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ
(α) Ο ΠΕΡΙ ΑΔΙΚΟΠΡΑΓΟΥΝΤΩΝ ΑΝΗΛΙΚΩΝ ΝΟΜΟΣ, ΚΕΦ. 157
(β) Ο ΠΕΡΙ ΠΑΙΔΩΝ ΝΟΜΟΣ, ΚΕΦ.352
(γ) Ο ΠΕΡΙ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ ΦΑΡΜΑΚΩΝ ΚΑΙ ΨΥΧΟΤΡΟΠΩΝ ΟΥΣΙΩΝ ΝΟΜΟΣ, Ν.29/77     
(δ) Ο ΠΕΡΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΤΗΣ ΒΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΑΘΛΗΤΙΚΟΥΣ
ΧΩΡΟΥΣ ΝΟΜΟΣ, Ν.5(1)/94 και ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ
(ε)  Ο ΠΕΡΙ ΚΗΔΕΜΟΝΙΑΣ ΝΟΜΟΣ, Ν.46(1)/96
(στ) ΣΥΜΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ
4.   ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ - ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΝΕΑΡΩΝ ΠΑΡΑΒΑΤΩΝ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ
(α) ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ (β) ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΠΟΙΝΗΣ
  (Ι) ΝΟΜΟΣ 95/72
(II) ΝΟΜΟΣ 41(1)/97
  (ΙΙΙ) ΝΟΜΟΣ 186(1)/03
(γ) Ο ΠΕΡΙ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΚΑΙ ΕΚΤΙΣΗΣ ΠΟΙΝΗΣ ΠΕΡΙΟΔΙΚΗΣ ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ ΝΟΜΟΣ, Ν.94(1)/06
(δ) ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ ΔΙΚΑΣΤΩΝ
5.  ΑΔΥΝΑΜΙΕΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ
6.   ΚΑΤΑΛΗΞΗ
(α) ΑΙΤΙΑ ΝΕΑΝΙΚΗΣ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
(β) ΑΝΑΓΚΗ ΠΡΟΛΗΨΗΣ
(γ) ΑΝΑΓΚΗ ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΠΑΡΑΒΑΤΩΝ

Κυρίες και Κύριοι,

1.  ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ.

Είχα την ευκαιρία να αναπτύξω παρόμοιο με το σημερινό θέμα σε ομιλία μου στο Πανεπιστήμιο Κύπρου το Νοέμβριο του 2002.  Τα όσα τότε ανάφερα, θα αποτελέσουν και τον κορμό της σημερινής μου ομιλίας.  Μικρές μόνο προσθήκες είναι απαραίτητες, ως αναγκαία προσαρμογή στο θέμα που σήμερα καλούμαι να καλύψω.  Το γεγονός αυτό, η ουσιαστική δηλαδή ταυτότητα των όσων παρουσίασα πριν από επτά περίπου χρόνια, με τα όσα σε λίγο θα εκθέσω, είναι στοιχείο που από μόνο του καταδεικνύει, αφενός τη διαχρονικότητα του προβλήματος και αφετέρου την αδυναμία της πολιτείας, όλων μας σε τελική ανάλυση, να προτείνουμε, και ιδίως να εφαρμόσουμε, αποτελεσματικές λύσεις.  Είμαι βέβαιος ότι η αδυναμία αυτή θα αποτελέσει και ένα από τα συμπεράσματα του συνεδρίου μας, δίνοντας τροφή για προβληματισμό, συζήτηση και υποβολή ερωτήσεων. 

Αγαπητοί Σύνεδροι,

Αντικείμενο του παρόντος συνεδρίου είναι ένα θέμα σύγχρονο και ταυτόχρονα προαιώνιο.  Τόσο σημερινό και επίκαιρο όσο τα τελευταία επεισόδια πετροβολισμού λεωφορείων από νεαρούς “φιλάθλους”, η προχθεσινή σύλληψη νεαρών για χρήση ναρκωτικών φαρμάκων και η ψεσινή διάρρηξη περιπτέρου από νεαρά άτομα.  Τόσο παλιό που χάνεται στα βάθη των αιώνων και αγγίζει, χρονολογικά, τους πρώτους ανήλικους της ιστορίας του ανθρώπινου γένους:  Τον Κάϊν, πρωτότοκο, κατά την Παλαιά Διαθήκη, γιο του Αδάμ και της Εύας και τον αδελφό, και θύμα του, Άβελ. 

Η παραβατικότητα ανηλίκων συνιστούσε διαχρονικά αιμάσσουσα πληγή στο σώμα της ανθρώπινης κοινωνίας.  Η ποινική αντιμετώπιση της αποτελούσε, ανέκαθεν, σημείο έντονου προβληματισμού κάθε, στοιχειωδώς, οργανωμένου κράτους.  Ο Ο.Η.Ε., στα πλαίσια της ενδέκατης συνόδου της Επιτροπής Πρόληψης Εγκλήματος και Ποινικής Δικαιοσύνης (οι εργασίες της οποίας έλαβαν χώρα τον Απρίλιο του 2002 στη Βιέννη), αναγνώρισε ότι η νεανική παραβατικότητα αποτελεί πλέον ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι χώρες σε ολόκληρο τον κόσμο.   Η αναγνώριση αυτή οδήγησε στην ανάγκη προώθησης εισηγήσεων, σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης του φαινομένου.  Όλο και πιο έντονη γίνεται η πεποίθηση, σε παγκόσμιο επίπεδο, ότι οι ανήλικοι παραβάτες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται διαφορετικά από τους υπόλοιπους και κατά τρόπο που να τους παρέχεται ουσιαστική βοήθεια και πραγματική ευχέρεια αναμόρφωσης. Οι ανήλικοι αυτοί θα πρέπει να θεωρούνται ως θύματα κοινωνικών και οικογενειακών καταστάσεων, ανεπαρκούς εκπαίδευσης και έλλειψης προοπτικών στη ζωή.  Τονίστηκε περαιτέρω, στα πλαίσια της πιο πάνω Συνόδου, ότι μια πετυχημένη ποινική πολιτική σχετικά με ανήλικους θα πρέπει να στηρίζεται στην πρόληψη και στην αναμόρφωση.  Θα πρέπει επίσης τα κράτη να υιοθετήσουν νομοθεσία “φιλική” (child - friendly legislation)  προς τα νεαρά αυτά άτομα και να εφαρμόζουν προγράμματα που σκοπό θα έχουν την προστασία και την επανένταξη των αδικοπραγούντων ανηλίκων στην κοινωνία. 

Στη χώρα μας συγκεκριμένοι νόμοι και διατάξεις καλύπτουν, σε σημαντικό βαθμό, το φάσμα της παραβατικότητας ανηλίκων.  Εύκολα μπορεί κάποιος να εντοπίσει από το σύνολο της σχετικής νομοθεσίας  τη φιλοσοφία που τη χαρακτηρίζει.  Αναγνωρίζει ο νομοθέτης την ανάγκη διαφορετικής προσέγγισης νεαρών παραβατών και παροχής ειδικής προστασίας σ΄ αυτούς. 

Θα αναφερθώ στη συνέχεια στον περί Αδικοπραγούντων Ανηλίκων Νόμο, Κεφ. 157, στον περί Παίδων Νόμο, Κεφ. 352 και σε διατάξεις τριών πολύ σημαντικών, κατά την γνώμη μου, Νόμων: 

1.Στον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο, Ν.29/77, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 67/83, 20(1)/92 και 5(1)/00,
2. Στον περί της Αντιμετώπισης της Βίας, της Ανάρμοστης Συμπεριφοράς και Συναφών Αδικημάτων στους Αθλητικούς Χώρους Νόμο του 1994, Ν. 5(1)/94 και  στον περί της Σύμβασης για την Βία σε Αθλητικές Εκδηλώσεις (Κυρωτικός) Νόμο του 1987, Ν.22/87, και,
3.Στον περί Κηδεμονίας και Άλλων Τρόπων Μεταχείρισης Αδικοπραγούντων Νόμο του 1996, Ν.46(1)/96.

Πέραν των πιο πάνω Νόμων, αναφορά θα γίνει και στον περί της Συμβάσεως περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού (Κυρωτικό) Νόμο του 1990, Ν.243/90.  (Στην συνέχεια θα αναφέρεται  “η σύμβαση”.)

2.  ΟΡΙΣΜΟΣ «ΑΝΗΛΙΚΟΥ».

Οι ανήλικοι, με βάση το Κεφ. 157, διακρίνονται σε:
(α)   “Παιδιά”, δηλαδή πρόσωπα κάτω των 14 ετών και
(β)  “Νεαρά πρόσωπα”, δηλαδή πρόσωπα των οποίων η ηλικία είναι 14 ετών και άνω, αλλά κάτω των 16 ετών.

Για σκοπούς της σύμβασης παιδί σημαίνει “κάθε ανθρώπινο ον κάτω των 18 ετών, εκτός αν η ενηλικίωση επιτυγχάνεται νωρίτερα σύμφωνα με την ισχύουσα γι΄ αυτό νομοθεσία”.  (Άρθρο 1 της Σύμβασης).

Το Άρθρο 14 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποιήθηκε από το άρθρο 2 του Νόμου 18(Ι)/06, ρυθμίζει την ποινική ευθύνη παιδιών.  Σύμφωνα με αυτό:

«Όποιος έχει ηλικία κάτω των δεκατεσσάρων χρόνων δεν είναι ποινικά υπεύθυνος για οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη».

Τέλος, σύμφωνα με τον περί Παίδων Νόμο, παιδί σημαίνει πρόσωπο κάτω των 18 ετών. 

Είναι πρόδηλο από τα πιο πάνω ότι για σκοπούς νόμου διαφοροποιούνται ανάλογα και τα σχετικά όρια ηλικίας.  Εισηγούμαι όμως ότι θα ήταν ορθότερο, στα πλαίσια του παρόντος σεμιναρίου, να αντικρίσουμε την παραβατικότητα ανηλίκων αποστασιοποιημένα από την αυστηρή συνάρτηση του όρου “ανήλικος” με συγκεκριμένες ηλικίες.  Άλλωστε τα Δικαστήρια κατά την επιμέτρηση της ποινής, όπως θα εκθέσω σε κατοπινό στάδιο, έχουν μία ευρύτερη προσέγγιση.  Πολλές φορές θεωρούνται νεαρά άτομα πρόσωπα ηλικίας πέραν των 20 ετών. 

3.  ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ-ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ
.

(α)Περί Αδικοπραγούντων Ανηλίκων Νόμος.

Θα παραθέσω, συνοπτικά, τις κυριότερες πρόνοιες του Κεφ. 157.  Ο νόμος αυτός προβλέπει την δημιουργία Δικαστηρίου Ανηλίκων. Συγκροτείται από Δικαστή Επαρχιακού Δικαστηρίου, στις περιπτώσεις που αυτός εκδικάζει κατηγορίες εναντίον παιδιού ή νεαρού προσώπου.  Το Δικαστήριο Ανηλίκων συνεδριάζει είτε σε διαφορετικό κτίριο και αίθουσα απ΄ αυτή που συνήθως συνεδριάζει ο Δικαστής όταν επιλαμβάνεται άλλων υποθέσεων, είτε σε διαφορετικές μέρες ή ώρες απ΄ αυτές που συνήθως εκδικάζει. Στην πράξη αυτό το οποίο γίνεται είναι η συνεδρίαση του Δικαστηρίου στην ίδια αίθουσα που συνήθως συνεδριάζει, σε διαφορετική όμως ώρα  και εκδικάζοντας μόνο την υπόθεση που αφορά το ανήλικο πρόσωπο.  Κατά το χειρισμό υποθέσεων εναντίον ανηλίκων στην αίθουσα του Δικαστηρίου παρευρίσκονται μόνο οι άμεσα ενδιαφερόμενοι.  Ήτοι τα μέλη του Δικαστηρίου, οι δικηγόροι και οι εμπλεκόμενοι στην υπόθεση.  Η δημοσίευση στοιχείων τα οποία θα ήταν δυνατό να αποκαλύψουν την ταυτότητα του ανήλικου παραβάτη δεν είναι επιτρεπτή χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου.  Κατά την προσαγωγή του ανηλίκου στο Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνεται φροντίδα ούτως ώστε αυτός να μην έρχεται σε επαφή με ενήλικες που κατηγορούνται για διάφορα αδικήματα.  Σε περίπτωση κατά την οποία καθίσταται αναγκαία η κράτησης του ανηλίκου θα πρέπει, όπου είναι δυνατό, να κρατείται σε αστυνομικό σταθμό και όχι στα κτίρια των φυλακών.  Θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται πρόνοια ούτως ώστε κατά την περίοδο κράτησης του να μην έρχεται σε επαφή με ενήλικους, εκτός από συγγενικά του πρόσωπα.  Σε όλες τις περιπτώσεις που ο ανήλικος παρουσιάζεται στο Δικαστήριο ειδοποιείται αμέσως σχετικά με την μέρα και ώρα παρουσίασης του και τη φύση των κατηγοριών και κηδεμονικός λειτουργός.  Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Ανηλίκων καλύπτεται από το άρθρο 10 του πιο πάνω νόμου.  Μέσα από τις διατάξεις του άρθρου αυτού εύκολα εντοπίζεται ότι η όλη πορεία της διαδικασίας είναι ελαστικότερη από την συνήθη διαδικασία ποινικής ακρόασης.  Το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να επέμβει με υποβολή ερωτήσεων ή να ζητήσει διευκρινίσεις, ούτως ώστε να διασφαλιστεί η κατά το δυνατό καλύτερη προστασία του ανηλίκου.  Απαραίτητη επίσης είναι η ετοιμασία έκθεσης σχετικά με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε καλύτερη θέση να αξιολογήσει όλα τα δεδομένα προτού προχωρήσει σε επιβολή ποινής.  Το άρθρο 12 του Κεφ. 157 παρέχει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να επιβάλει συγκεκριμένες ποινές σε νεαρό παραβάτη όταν έχει πλέον αποδειχτεί η ενοχή του.  Προβλέπεται είτε η απαλλαγή του είτε η έκδοση κηδεμονικού διατάγματος είτε η τοποθέτηση του αδικοπραγούντος κάτω από τη φροντίδα συγγενικού του ή άλλου κατάλληλου προσώπου είτε η  έκδοση διατάγματος εισδοχής του σε αναμορφωτική σχολή είτε η επιβολή προστίμου ή πληρωμή αποζημιώσεως ή, τέλος, στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος είναι νεαρό πρόσωπο, ποινή φυλάκισης.  Η ποινή φυλάκισης δεν επιβάλλεται εάν το Δικαστήριο μπορεί να χειριστεί με ικανοποιητικό τρόπο τον αδικοπραγούντα στα πλαίσια επιβολής διαφορετικής ποινής, όπως αυτές αναφέρονται πιο πάνω.  Δεν επιτρέπεται επίσης επιβολή ποινής φυλάκισης στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος είναι παιδί.  Σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης δεν επιτρέπεται να συναναστρέφεται το νεαρό πρόσωπο με ενήλικους φυλακισμένους

Οι πρόνοιες του Κεφ. 157, όπως πολύ αδρά τις έχω θέσει πιο πάνω, καλύπτουν, θα έλεγα σε ικανοποιητικό βαθμό, τους σκοπούς για τους οποίους ο νόμος τέθηκε.  Δεν πρέπει όμως να μας διαφεύγουν δύο παράγοντες:  Πρώτον, ότι ο νόμος αυτός ψηφίστηκε για να καλύψει τις ανάγκες που υπήρχαν πριν από 50 περίπου χρόνια και δεύτερον, ότι υπάρχει τεράστια απόσταση μεταξύ θέσπισης ενός νόμου και σωστής εφαρμογής του.  Αναφέρω επιγραμματικά ότι η αποσπασματική και περιστασιακή εκδίκαση υποθέσεων ανηλίκων παραβατών από Δικαστές οι οποίοι κατά κανόνα ασχολούνται με υποθέσεις διαφορετικής μορφής, δεν μπορεί, παρά την τεράστια προσπάθεια που καταβάλλουν αυτοί οι Δικαστές και την ευαισθησία που τους διακατέχει, να υποκαταστήσει τα οφέλη και τη σφαιρική προσέγγιση που θα κάλυπτε το φάσμα αυτών των υποθέσεων, αν υπήρχαν Δικαστήρια τα οποία θα απασχολούνταν ειδικά με ανήλικους παραβάτες. Στο ζήτημα αυτό θα επεκταθώ σε επόμενο στάδιο της ομιλίας μου.  Συμπληρώνω την αναφορά μου στον πιο πάνω νόμο λέγοντας ότι ακόμα και τα διατάγματα κηδεμονίας, για σειρά από λόγους, δεν εξυπηρετούν πλέον με τον καλύτερο τρόπο τον σκοπό για τον οποίο εκδίδονται.  Τέτοιοι λόγοι είναι, μεταξύ άλλων, ο περιορισμένος αριθμός εξειδικευμένων υπαλλήλων στο Τμήμα Κοινωνικών Υπηρεσιών και η έλλειψη συντονισμού μεταξύ Δικαστηρίων και κηδεμονικών λειτουργών για την καλύτερη παρακολούθηση της πορείας του διατάγματος.

(β)  Περί Παίδων Νόμος.


Το Κεφ. 352 καλύπτει σφαιρικά τις περιπτώσεις κάτω από τις οποίες νεαρά πρόσωπα χρήζουν φροντίδας και προστασίας.  Οι βασικές πρόνοιες του θέτουν τις εξουσίες που παρέχονται στο Διευθυντή του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών, με βάση τις οποίες αναλαμβάνει την φροντίδα παιδιών.  Υπάρχουν σχετικές πρόνοιες για προστασία των παιδιών από σκληρή συμπεριφορά ή παραμέληση τους ή έκθεση τους σε φυσικούς ή ηθικούς κινδύνους.  Τα πιο πάνω δεν αφορούν άμεσα τους σκοπούς του παρόντος συνεδρίου.  Είναι όμως άρρηκτα συνδεδεμένα με την πηγή γένεσης και ανάπτυξης της νεανικής παραβατικότητας. Αυτό διότι η προστασία των παιδιών από βίαιη συμπεριφορά και η επέμβαση της πολιτείας προς το σκοπό παροχής καλύτερων συνθηκών και περιβάλλοντος ανάπτυξης νεαρών προσώπων, αναμφίβολα συμβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην πρόληψη εκδήλωσης παραβατικής συμπεριφοράς.  Τα άρθρα 63 και επόμενα του πιο πάνω νόμου καθορίζουν τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να αναγνωριστεί ότι παιδί (που στην προκείμενη περίπτωση ορίζεται ως πρόσωπο ηλικίας κάτω των 16 ετών), εμπίπτει στην κατηγορία προσώπων που χρειάζονται φροντίδα και προστασία.  Σ΄ αυτές τις περιπτώσεις παρέχεται στο Δικαστήριο Ανηλίκων σειρά εξουσιών.  Μεταξύ άλλων μπορεί να εκδώσει διάταγμα παραμονής σε αναμορφωτική σχολή ή να θέσει το παιδί κάτω από τη φροντίδα κατάλληλου προσώπου, πρόθυμου να αναλάβει τη φροντίδα του ή να δεσμεύσει τους γονείς ή τον κηδεμόνα να ασκούν σωστή φροντίδα και κηδεμονία ή ακόμα να εκδώσει, για ορισμένη χρονική περίοδο, όχι πέραν των τριών χρόνων, διάταγμα που να θέτει το παιδί κάτω από την επιτήρηση κοινωνικού λειτουργού.  Αξίζει να αναφερθεί ότι παρόμοιες εξουσίες έχει το Δικαστήριο (άρθρο 66) στις περιπτώσεις όπου ο κηδεμόνας καταδεικνύει ότι είναι αδύνατο να ελέγξει πλέον την συμπεριφορά του παιδιού.  Η έκδοση διατάγματος παραμονής σε αναμορφωτική σχολή ήταν φαινόμενο που παρατηρείτο σε παλαιότερες εποχές.  Η λειτουργία της Αναμορφωτικής Σχολής Λάμπουσας έχει ανασταλεί το 1986 με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, για λόγους αφενός οικονομικούς και αφετέρου γιατί δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

(γ)  Ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος.

Ο Νόμος 29/77, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 20(1)/92, αποτελεί, θα τολμούσα να πω, κλασσική περίπτωση ορθού τρόπου αντιμετώπισης προσώπων νεαρής ηλικίας κατά την διάπραξη ενός αδικήματος.  Η ίδια η φύση του νόμου και η εγκληματική συμπεριφορά που καλύπτει έχει άμεση σχέση με νεαρά πρόσωπα.  Η αυξημένη χρήση ναρκωτικών και η επιτακτική υποχρέωση της πολιτείας να προστατευθούν τα νεαρά πρόσωπα, οδήγησε στην τροποποίηση του άρθρου 30 του βασικού νόμου από τον Νόμο 20(1)/92, με την προσθήκη της ακόλουθης επιφύλαξης:

“Νοείται ότι, όταν ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας όχι μεγαλύτερης των είκοσι πέντε ετών και δε βαρύνεται με οποιαδήποτε προηγούμενη καταδίκη για αδίκημα που διαπράχθηκε κατά παράβαση διατάξεως του παρόντος Νόμου και το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται αφορά αποκλειστικά προσωπική χρήση ναρκωτικών, το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται εκδικάζεται συνοπτικά και το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιβάλει ποινή μεγαλύτερη του ενός έτους.”

Καθορίζει επίσης ότι το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, την ηλικία του κατηγορούμενου ως παράγοντα καθιστώντα το αδίκημα λιγότερο σοβαρό.

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει βεβαίως ότι στον πιο πάνω νόμο γίνεται αναφορά σε νεαρά πρόσωπα ηλικίας μέχρι 25 ετών, πρόσωπα δηλαδή που δεν εντάσσονται στον ορισμό ανήλικος.  Θεωρώ όμως ότι δεν εκφεύγω από τα πλαίσια του θέματος που απαπτύσσω, δεδομένου ότι βρίσκω αχρείαστη την αυστηρή γραμμή μεταξύ συγκεκριμένων ηλικιών όταν εξετάζεται το ζήτημα της νεανικής παραβατικότητας.  Η μάστιγα των ναρκωτικών είναι ένα τεράστιο ζήτημα με καταλυτικές προεκτάσεις και συνέπειες στους νέους ανθρώπους και η τροποποίηση του βασικού νόμου με το Νόμο 20(1)/92, όπως εκτίθεται πιο πάνω, κινείται πιστεύω προς την σωστή κατεύθυνση. Τη διαφορετική δηλαδή αντιμετώπιση των νεαρών προσώπων, θυμάτων χρήσης ναρκωτικών.

(δ)  Νόμοι για αντιμετώπιση της βίας στους αθλητικούς χώρους.

Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τη Βία και Ανάρμοστη Συμπεριφορά θεατών σε Αθλητικές Εκδηλώσεις και ιδιαίτερα σε Ποδοσφαιρικούς Αγώνες έγινε στο Στρασβούργο τον Αύγουστο του 1985 και κυρώθηκε στη χώρα μας με το Νόμο 22/87.  Τα Κράτη-Μέρη του Συμβουλίου της Ευρώπης καλούνται να προβούν σε κοινές και συντονισμένες ενέργειες για να εμποδίσουν και να θέσουν υπό έλεγχο το πρόβλημα της βίας και της ανάρμοστης συμπεριφοράς θεατών σε αθλητικές εκδηλώσεις.  Η βία αναγνωρίζεται σαν ένα συχνό κοινωνικό φαινόμενο με ευρείες επιπτώσεις.  Η χώρα μας, ανταποκρινόμενη στις συμβατικές της υποχρεώσεις, αλλά και στις ανάγκες που έχουν ήδη δημιουργηθεί και στον τόπο μας λόγω των κρουσμάτων βίας σε αθλητικούς χώρους, προχώρησε στην ψήφιση του Νόμου 5(1)/94.  Παράθεση σήμερα εκ μέρους μου της πιο πάνω Σύμβασης και Νόμου έχει τον ακόλουθο και μόνο σκοπό:  Είναι γενική διαπίστωση ότι στη συγκεκριμένη μορφή βίας εμπλέκονται κατά κανόνα νεαρά και μόνο πρόσωπα.  Παρά ταύτα οι ποινές που προβλέπονται στο Νόμο 5(1)/94 για αντιμετώπιση των διαφόρων αδικημάτων είναι ιδιαίτερα αυστηρές.  Αυτό είναι και αναπόφευκτο.  Αφενός, όπως έχω ήδη αναφέρει, τα αδικήματα αυτά συναρτώνται άμεσα με πρόσωπα νεαρής ηλικίας και αφετέρου η ανάγκη για προστασία των αθλητικών εκδηλώσεων και της σημαντικής συμβολής τους, υπερβαίνει αυτήν (την ανάγκη) της επιεικέστερης αντίκρισης των νεαρών παραβατών.

(ε)  Ο Περί Κηδεμονίας Νόμος.

Οι διατάξεις του Νόμου 46(1)/96 συνιστούν την σημαντικότερη προσπάθεια που έχει γίνει μέχρι τώρα εκ μέρους της πολιτείας για να προσαρμόσει τους σκοπούς της ποινής προς την κατεύθυνση της αναμόρφωσης του παραβάτη παρά της τιμωρίας του.  Θεωρώ το νόμο αυτό ως ένα από τα πιο σημαντικά όπλα της κοινωνίας, στην προσπάθεια της να καταπολεμήσει την παραβατικότητα μέσω των ευκαιριών που δίδονται στους παραβάτες για βελτίωση τους.  Δίνει τεράστια περιθώρια στα Δικαστήρια για επιλογή υπαλλακτικών της φυλάκισης ποινών και παρέχει μέγιστη δυνατότητα εξατομίκευσης των ποινών αυτών. 

Θα παραθέσω, όσο πιο λιτά μπορώ, τις σημαντικότερες πρόνοιες του νόμου αυτού.  Το Δικαστήριο, καταδικάζοντας πρόσωπα για αδίκημα, δύναται, λαμβάνοντας υπόψη διάφορες περιστάσεις, όπως τη φύση του αδικήματος και το χαρακτήρα του αδικοπραγούντος, να εκδώσει διάταγμα κηδεμονίας.  Με βάση αυτό θέτει τον αδικοπραγούντα υπό την επιτήρηση κηδεμονικού λειτουργού για περίοδο ενός μέχρι τριών ετών.  Το διάταγμα αυτό μπορεί να περιέχει διάφορους όρους, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί η καλή διαγωγή του αδικοπραγούντα και η αποτροπή επανάληψης αδικημάτων.  Μεταξύ των όρων είναι δυνατό να περιληφθεί και όρος για παροχή από τον κηδεμονευόμενο εργασίας χωρίς αμοιβή για καθορισμένο αριθμό ωρών.  Αυτό το διάταγμα αναφέρεται ως “διάταγμα κηδεμονίας με όρους κοινοτικής εργασίας”.  Είναι επίσης δυνατό να περιλαμβάνει όρο για την παρακολούθηση από τον αδικοπραγούντα επιμορφωτικών μαθημάτων καθορισμένου περιεχομένου και διάρκειας.  Τέτοιο διάταγμα αναφέρεται ως “διάταγμα κηδεμονίας με όρους επιμόρφωσης”.  Η έκδοση των δύο τελευταίων αυτών διαταγμάτων προϋποθέτει την συγκατάθεση των αδικοπραγούντων και την καταλληλότητα τους.  Απαραίτητη επίσης είναι η διευθέτηση της εφαρμογής των διαταγμάτων από τα αρμόδια υπουργεία.  Ο κηδεμονευόμενος είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί τους όρους του ανάλογου διατάγματος, την εφαρμογή των οποίων ελέγχει ο αρμόδιος κηδεμονικός λειτουργός.  Σε περίπτωση κατά την οποία παραβιάζονται οι όροι είναι δυνατό το Δικαστήριο, αφού παρουσιαστεί ενώπιον του ο κηδεμονευόμενος, να του επιβάλει πρόστιμο, χωρίς να επηρεάζεται η συνέχιση της ισχύος του διατάγματος κηδεμονίας, ή να ακυρώσει το διάταγμα και να επιβάλει ποινή στον αδικοπραγούντα για το αρχικό αδίκημα.  Το άρθρο 10 του νόμου δίνει την ευχέρεια στο Δικαστήριο, όταν κρίνει σκόπιμο, στις περιπτώσεις που θεωρεί ότι δεν αρμόζει επιβολή ποινής ή έκδοση διατάγματος κηδεμονίας, να εκδώσει διάταγμα απαλλαγής του αδικοπραγούντα υπό όρους ή απόλυτα.  Σε περίπτωση κατά την οποία ο αδικοπραγούντας διαπράξει άλλο αδίκημα κατά την περίοδο απαλλαγής του υπό όρους υπόκειται σε ποινή για το αρχικό αδίκημα.  Η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει τον αδικοπραγούντα να καταβάλει αποζημίωση για τη βλάβη ή τυχόν έξοδα, δεν επηρεάζεται από την επιλογή του να εκδώσει τα πιο πάνω διατάγματα. Είναι σημαντικό να αναφέρω ότι η κηδεμονία ή απαλλαγή αδικοπραγούντα δεν θεωρούνται καταδίκες για σκοπό άλλο από τους σκοπούς της διαδικασίας κατά την διάρκεια της οποίας εκδίδεται διάταγμα ή μεταγενέστερης διαδικασίας εναντίον του αδικοπραγούντα με βάση τις διατάξεις του Νόμου 46(1)/96.

Είναι πρόδηλο ότι η σωστή εφαρμογή του πιο πάνω Nόμου και η επίτευξη των σκοπών του προϋποθέτει επαρκή αριθμό κατάλληλα εκπαιδευμένων προσώπων, οι οποίοι θα ενεργούν ως κηδεμονικοί λειτουργοί.  Ο ίδιος ο Nόμος, με το άρθρο 3, καλεί τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να διορίσει τέτοιους λειτουργούς.  Δυστυχώς, και αυτό ήταν τραγικό για όλους μας, και πολύ περισσότερο βεβαίως για τους αδικοπραγούντες, μέχρι πριν λίγα χρόνια ο πιο πάνω Νόμος ήταν ουσιαστικά ανενεργός.  Για διάφορους λόγους, που δεν είναι του παρόντος, δεν είχαν διοριστεί κηδεμονικοί λειτουργοί.  Είναι ευτύχημα το γεγονός ότι σήμερα παρατηρείται εφαρμογή του Νόμου αυτού σε αρκετές περιπτώσεις αδικοπραγούντων.  Σε αυτό συνέτεινε, σε μεγάλο βαθμό, ο διορισμός αριθμού κηδεμονικών λειτουργών, αλλά και η εμπλοκή διαφόρων άλλων οργανισμών.  Προβλήματα υπάρχουν.  Ως τέτοια θα μπορούσε να εντοπίσει κάποιος την έλλειψη ολοκληρωμένων προγραμμάτων επιμόρφωσης και την αδυναμία ανάπτυξης ικανοποιητικού βαθμού προγραμμάτων κοινοτικής εργασίας. Τονίζω πως τα νεαρά πρόσωπα θα επωφελούνταν τα μέγιστα αν υπήρχε η δυνατότητα σωστής εφαρμογής του πιο πάνω Νόμου, το όλο γράμμα και πνεύμα του οποίου καλύπτει και εφαρμόζεται, κατά το πλείστο, στις περιπτώσεις νεαρών παραβατών.

(στ)  Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού.

Η πιο πάνω σύμβαση υιοθετήθηκε από την Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών τον Νοέμβριο του 1989.  Κυρώθηκε στη χώρα μας με το Νόμο 243/90.  Τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν την ανάγκη ιδιαίτερης αντιμετώπισης των παιδιών και παροχής σ΄ αυτά ειδικής προστασίας, ούτως ώστε να αναπτυχθούν μέσα σε ένα κλίμα κατανόησης και να ανατραφούν μέσα στο πνεύμα ιδανικών που διακηρύχθηκαν στο Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.  Σημαντικές για σκοπούς του θέματος που αναπτύσσω είναι οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν τα Κράτη-Μέρη για σεβασμό των δικαιωμάτων των παιδιών και παροχή κάθε δυνατότητας σ΄ αυτά, ούτως ώστε να προετοιμαστούν, μέσω της αρμονικής ανάπτυξης της προσωπικότητας τους, να ενταχθούν μέσα στην κοινωνία.  Τα Κράτη-Μέρη οφείλουν να παίρνουν όλα τα κατάλληλα νομοθετικά, διοικητικά, κοινωνικά και εκπαιδευτικά μέτρα, προκειμένου να προστατεύσουν τα παιδιά από κάθε μορφή βίας, κακής μεταχείρισης ή εκμετάλλευσης.  Όλες αυτές οι πρόνοιες είναι ιδιαίτερα σημαντικές δεδομένου ότι η ανάπτυξη του παιδιού μέσα σε ένα υγιές περιβάλλον συντείνει τα μέγιστα στην αποφυγή ροπής προς την παραβατικότητα.  Με βάση την πιο πάνω Σύμβαση τα Κράτη-Μέρη οφείλουν να επαγρυπνούν ούτως ώστε η σύλληψη ή φυλάκιση ενός παιδιού να γίνεται σύμφωνα με τον νόμο, να χρησιμοποιείται μόνο ως μέτρο έσχατης ανάγκης και να είναι όσο το δυνατό πιο σύντομης διάρκειας.  Όταν το παιδί στερείται της ελευθερίας του θα πρέπει να τυγχάνει μεταχείρισης τέτοιας που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της ηλικίας του.  Ιδιαίτερα να χωρίζεται από ενήλικους και να παραμένει σε επαφή με την οικογένεια του.  Θα πρέπει επίσης να έχει δικαίωμα ταχείας πρόσβασης σε νομική ή άλλη κατάλληλη υποστήριξη  και ταχείας εκδίκασης.  Περαιτέρω τα Κράτη-Μέρη οφείλουν να διασφαλίζουν όπως τα παιδιά έχουν επαφή, σε όλα τα στάδια ποινικής διαδικασίας, με τους γονείς ή κηδεμόνες τους και όπως αντιμετωπίζεται με πλήρη σεβασμό η ιδιωτική τους ζωή. 

Η χώρα μας, είμαι βέβαιος, είναι εναρμονισμένη σε μεγάλο βαθμό με τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από την πιο πάνω Σύμβαση.  Οι νομοθετικές διατάξεις όπως τις έχω εκθέσει πιο πάνω και επιπρόσθετες πρόνοιες, όπως για παράδειγμα οι Διοικητικές Οδηγίες που συνοδεύουν το κείμενο των Δικαστικών Κανόνων σε σχέση με τον τρόπο που πρέπει να διεξάγονται οι ανακρίσεις παιδιών και νεαρών προσώπων (Ανάκριση παιδιών και νεαρών προσώπων: όπου είναι πρακτικό, οι συνεντεύξεις παιδιών και νεαρών προσώπων ηλικίας κάτω των 17 χρόνων - είτε είναι ύποπτα για τη διάπραξη εγκλήματος είτε όχι - πρέπει να γίνονται μόνο στην παρουσία γονιού ή κηδεμόνα, ή, όταν δεν είναι διαθέσιμοι, κάποιου προσώπου, που δεν είναι αστυνομικός, του ιδίου φύλου όπως το παιδί.  Ένα παιδί ή νεαρό πρόσωπο, όποτε τούτο μπορεί να αποφεύγεται, πρέπει να μην συλλαμβάνεται και ούτε καν να ανακρίνεται στο σχολείο του.  Όταν θεωρείται αναγκαίο να γίνει συνέντευξη στο σχολείο, πρέπει να γίνεται μόνο με τη συγκατάθεση και στην παρουσία του διευθυντή του σχολείου ή του προσώπου που αυτός θα υποδείξει.), αλλά και η όλη προσέγγιση των οργάνων του κράτους έναντι ανηλίκων παραβατών, συνάδει με το γράμμα και το πνεύμα της πιο πάνω Σύμβασης.  Περιθώρια βελτίωσης υπάρχουν, ιδίως στον τομέα παροχής στους νέους δυνατοτήτων και εναλλακτικών επιλογών, ούτως ώστε να θωρακιστούν και να ενταχθούν αρμονικά στην κοινωνία. 

4.  ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ - ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΝΕΑΡΩΝ ΠΑΡΑΒΑΤΩΝ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ. 

(α)  Προσέγγιση κατά την επιμέτρηση της ποινής.

Τα Δικαστήρια είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στην μεταχείριση ανηλίκων αδικοπραγούντων.  Η ποινή φυλάκισης, σαν θέμα γενικής προσέγγισης και ασχέτως της ηλικίας καταδικασθέντος, επιβάλλεται μόνο όταν οποιαδήποτε άλλη ποινή κρίνεται ακατάλληλη.  Η γενική αυτή αρχή εφαρμόζεται με ακόμα πιο αυστηρή προσέγγιση στις περιπτώσεις των ανηλίκων αδικοπραγούντων.    Η ηλικία του δράστη, τόσο κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος, όσο και κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης, είναι παράγοντας ελαφρυντικός και έχει ιδιαίτερη σημασία, μέσα στα πλαίσια επιμέτρησης της αρμόζουσας ποινής.  Στις περιπτώσεις νεαρών προσώπων (και λέγοντας νεαρών δεν περιορίζομαι μόνο σε όσους καθορίζονται από το νόμο ως ανήλικοι), αποφεύγεται κατά κανόνα η επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας.  Το νεαρό της ηλικίας από μόνο του συνηγορεί προς την κατεύθυνση μίας πιο ήπιας αντιμετώπισης.  Η απουσία ιδίως προηγούμενης καταδίκης οδηγεί τα Δικαστήρια στην παροχή, στις πλείστες των περιπτώσεων, δεύτερης ευκαιρίας σε νεαρά άτομα.  Τα Δικαστήρια κατά την επιβολή ποινής σε νεαρά πρόσωπα κινούνται, αφενός, μεταξύ της ανάγκης για προστασία της κοινωνίας και της γενικής ή ειδικής αποτροπής, και αφετέρου δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στο ισχυρό συμφέρον που έχει η κοινωνία από την αναμόρφωση του νεαρού παραβάτη.  Σε τελική ανάλυση, ισοζυγίζοντας τα πιο πάνω, τα Δικαστήρια κλίνουν προς την αναμόρφωση, μέσω μίας δεύτερης ευκαιρίας, παρά προς την τιμωρία του ανήλικου παραβάτη. Η ποινή φυλάκισης επιφέρει κατά κανόνα καταστρεπτικές συνέπειες στη ζωή νεαρών παραβατών για λόγους αυτονόητους.  Πέραν του στιγματισμού τους, το ίδιο το περιβάλλον των φυλακών και η αναγκαστική συναναστροφή των ανηλίκων με διάφορα εγκληματικά στοιχεία, έχουν σαν άμεσο αποτέλεσμα την περαιτέρω διάβρωση των αντιστάσεων τους και την ενίσχυση της ροπής τους προς το έγκλημα.  Τα δεδομένα αυτά είναι παράγοντες που συντείνουν στην αποφυγή, όσο είναι δυνατό, επιβολής ποινής φυλάκισης σε νεαρά πρόσωπα.  Η προστασία της έννομης τάξης είναι βεβαίως εκ των ων ουκ άνευ.  Η επιλογή όμως επιβολής ποινής φυλάκισης σε νεαρά πρόσωπα αποτελεί το τελευταίο οχυρό.  Πολύ περισσότερο λαμβανομένου υπόψη ότι οι νεαροί παραβάτες είναι συνήθως θύματα της ίδιας της δομής της κοινωνίας και του κοινωνικού τους περιβάλλοντος.  Αυξάνεται έτσι η υποχρέωση της πολιτείας και των οργάνων της, στην προκειμένη περίπτωση των Δικαστηρίων, να είναι ιδιαίτερα προσεκτικά κατά την επιβολή ποινής σε αυτούς.

(β)  Αναστολή ποινής.

Ακόμη και όταν επιλέγεται ποινή φυλάκισης για νεαρό παραβάτη τα Δικαστήρια, στην προσπάθεια τους να αποφύγουν την άμεση εκτέλεση της, καταφεύγουν σε πάρα πολλές περιπτώσεις στην αναστολή της ποινής αυτής.  Είναι μία προσέγγιση η οποία λάμβανε χώρα συχνά προ μερικών ετών. Ο περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμος του 1972 (Ν95/72), χρησιμοποιήθηκε σε μεγάλη έκταση ως νομικό υπόβαθρο για την πιο πάνω προσέγγιση των Δικαστηρίων.  Είναι ουσιαστικά ένα καταφύγιο των Δικαστών στην προσπάθεια τους να εξαντλήσουν κάθε περιθώριο που τους παρέχεται για να αποφευχθεί η άμεση φυλάκιση νεαρού προσώπου.  Η τροποποίηση, αργότερα, του πιο πάνω Νόμου με το Νόμο 41(1)/97 περιόρισε για ένα διάστημα σε μεγάλο βαθμό την πιο πάνω ευχέρεια των Δικαστηρίων, περιορίζοντας ταυτόχρονα και τη δυνατότητα αναστολής της ποινής γενικά.  Οι νομοθετικές προϋποθέσεις για την αναστολή κατέστησαν ανελαστικές και ευθυγραμμίστηκαν με ανάλογη τροποποίηση της Αγγλικής νομοθεσίας.  (Criminal Justice Act 1991).  Η αναστολή συναρτάτο με την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, είτε αυτές συνέτρεχαν στο πρόσωπο του κατηγορούμενου, είτε στα περιστατικά της υπόθεσης και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε το αδίκημα.  Το νεαρό της ηλικίας από μόνο του δεν μπορούσε να καλύψει το πλήρες φάσμα του νοηματικού περιεχομένου του όρου “εξαιρετικές περιστάσεις”.  Απαραίτητη ήταν και η συμβολή περαιτέρω παραγόντων, σχετικών με τις προσωπικές περιστάσεις του ανήλικου προσώπου.  Ο Νομοθέτης όμως, με την τελευταία τροποποίηση του βασικού Νόμου με το Νόμο 186(1)/03, διεύρυνε και πάλι τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στο θέμα αυτό.  Έτσι, το Δικαστήριο δύναται πλέον να διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.  Ως εκ τούτου, το νεαρό της ηλικίας σε συνδυασμό με το λευκό ποινικό μητρώο, συνιστά ισχυρό παράγοντα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς την κατεύθυνση αναστολής ποινής φυλάκισης.

(γ)  Ο περί Επιβολής και Έκτισης Ποινής Περιοδικής Φυλάκισης Νόμος.

Η θέσπιση νόμου ο οποίος να προνοεί για την έκτιση ποινής με τον πιο πάνω τρόπο, περιοδικής δηλαδή φυλάκισης, ήταν μία από τις εισηγήσεις της Επιτροπής για θέματα Σωφρονιστικής Πολιτικής.  Η Επιτροπή αυτή συστάθηκε στις αρχές του 2000 με όρους εντολής τη μελέτη νέων μέτρων-ποινών στα πλαίσια μιας ευρύτερης αντεγκληματικής, σωφρονιστικής και ποινικής πολιτικής. Υλοποιήθηκε, τελικά, με την ψήφιση του Νόμου 94(1)/06

Το άρθρο 3(1) του πιο πάνω Νόμου, προνοεί πως σε περίπτωση που το Δικαστήριο καταδικάσει πρόσωπο για οποιοδήποτε αδίκημα, για το οποίο δύναται να επιβληθεί ποινή φυλάκισης, δυνάμει οποιουδήποτε Νόμου, η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια, έχει την ευχέρεια να επιβάλει στον καταδικασθέντα διαδοχικές εβδομαδιαίες περιόδους φυλάκισης.  Ως εβδομαδιαία περίοδος φυλάκισης καθορίζεται, στην παράγρ. 2 του πιο πάνω άρθρου, το χρονικό διάστημα σε κάθε εβδομάδα που αρχίζει από τις 8:00 μ.μ. της Παρασκευής και λήγει στις 5:00 π.μ. της Δευτέρας που ακολουθεί.  Με βάση το άρθρο 6(1), προτού το Δικαστήριο προχωρήσει στην επιβολή ποινής περιοδικής φυλάκισης, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο καταδικασθείς είναι πρόσωπο κατάλληλο για έκτιση τέτοιας ποινής.  Προς το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η φύση του αδικήματος, ο χαρακτήρας του καταδικασθέντος, καθώς επίσης και η κοινωνικοοικονομική έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.  Είναι σημαντικό, για τους σκοπούς του παρόντος σεμιναρίου, να τονιστεί  ότι μεταξύ των παραγόντων που συνηγορούν υπέρ της επιβολής ποινής περιοδικής φυλάκισης περιλαμβάνεται και το γεγονός ότι το διαπραχθέν αδίκημα εμπίπτει σε αυτά που προβλέπονται στον περί της Αντιμετώπισης της Βίας, της Ανάρμοστης Συμπεριφοράς και Συναφών Αδικημάτων στους Αθλητικούς Χώρους Νόμο, Ν.5(1)/94.  Αδικήματα στα οποία, κατά κανόνα, εμπλέκονται νεαρά πρόσωπα.

Η θέσπιση της υπό εξέταση νομοθεσίας συνιστά ένα βήμα προς την ορθή κατεύθυνση, υποβοηθητικό των προσπαθειών των ποινικών Δικαστηρίων να χειριστούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο νεαρούς παραβάτες.  Η καταφυγή σε επιβολή ποινής περιοδικής φυλάκισης, παρέχει την ευχέρεια ελαχιστοποίησης των κινδύνων που δημιουργούνται από τον εγκλεισμό νεαρών για μακρά, συνεχή, χρονικά διαστήματα στις φυλακές, ικανοποιώντας ταυτόχρονα την ανάγκη για επιβολή αυστηρής ποινής σε συγκεκριμένου είδους αδικήματα, σοβαρής μορφής, στα οποία εμπλέκονται νεαρά πρόσωπα. 

Θα εξαντλήσω την αναφορά μου στην δικαστική προσέγγιση κατά την επιβολή ποινής, τονίζοντας ότι σε συγκεκριμένες περιπτώσεις επιβολής ποινής το νεαρό της ηλικίας δεν αποτελεί από μόνο του ελαφρυντικό παράγοντα.  Ορισμένα αδικήματα, όπως για παράδειγμα μεταφορά όπλου και κατοχή εκρηκτικών υλών, καθίστανται αντικειμενικά πιο επικίνδυνα συνεπεία του νεαρού της ηλικίας του παραβάτη.  Υπάρχουν ακόμα περιπτώσεις αδικημάτων τα οποία διαπράττονται, κατά κύριο λόγο, από νεαρά πρόσωπα, όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια ή με στερημένη την άδεια οδήγησης.
Στις περιπτώσεις αυτές η ηλικία δεν είναι δυνατό να επενεργήσει σαν ελαφρυντικός παράγοντας.  Τέλος, η ύπαρξη σειράς προηγούμενων καταδικών και η αποτυχία του νεαρού δράστη να εκμεταλλευτεί τις ευκαιρίες που κατ΄ επανάληψη του δόθηκαν από το Δικαστήριο, οδηγεί πλέον στην επιβολή αυστηρών ποινών.

(δ)  Ευαισθησία Δικαστών

Η πιο πάνω προσέγγιση των Δικαστηρίων κατά την επιβολή ποινής σε νεαρούς αδικοπραγούντες, στηρίζεται στην κοινή συνισταμένη μακράς νομολογίας, μέσα από την οποία αναγνωρίζεται η ανάγκη για ξεχωριστή αντιμετώπισή τους.  Η απόλυτη κρίση ανήκει στο Θεό.  Οι Δικαστές κρίνουν, στο μέτρο που είναι ανθρώπινα δυνατό, με βάση το νόμο και τη συνείδηση τους.  Ο χειρισμός γενικά ανηλίκων αδικοπραγούντων και η πορεία επιβολής ποινής ειδικότερα, είναι για τους ίδιους (τους Δικαστές) μια δοκιμασία ιδιαίτερα ψυχοφθόρα.  Στο πρόσωπο των νεαρών παραβατών είναι αναπόφευκτο πολλές φορές ο Δικαστής να βλέπει τα ίδια τα παιδιά του.  Η διαφορά, αναμφίβολα σημαντική, είναι το ότι οι ανήλικοι που είναι ενώπιον του δεν είχαν τις ίδιες ευκαιρίες, ούτε, πιθανόν, την ίδια συμπαράσταση και κατανόηση.  Σας διαβεβαιώ  λοιπόν ότι η κρίση των Δικαστών στις περιπτώσεις ανηλίκων είναι εμποτισμένη με συναισθήματα αγάπης και συμπόνιας γι΄ αυτούς.  Καθολική προσπάθεια μας είναι να τους δώσουμε κάθε δυνατή ευκαιρία αναμόρφωσης.  Η επιλογή ποινής στερητικής της ελευθερίας γίνεται όταν και μόνο τα ακραία όρια προστασίας της κοινωνίας τίθενται σε άμεσο κίνδυνο. 

5.  ΑΔΥΝΑΜΙΕΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ.

Στην πορεία ιχνηλάτησης των αδυναμιών και παράθεσης εισηγήσεων, με σκοπό την άμβλυνσή τους, είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου το εξής:  Η αντεγκληματική, σωφρονιστική και ποινική πολιτικής μιας χώρας, πρέπει να αντιμετωπίζεται σφαιρικά.  Είναι, στην ουσία, μια αλυσίδα, ο κάθε κρίκος της οποίας έχει την ίδια σημασία για να διατηρηθεί η συνοχή και αντοχή της.  Σε τελική ανάλυση η δύναμή της βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την αντοχή του πιο αδύναμου κρίκου της. 

Είναι η άποψή μου ότι οι ποινές που προβλέπονται στο ποινικό μας σύστημα, είναι τέτοιας φύσης και τόσο σφαιρικής μορφής, που θα μπορούσαν να καλύψουν, σε σημαντικό βαθμό, όλο το φάσμα μιας σύγχρονης αντεγκληματικής και σωφρονιστικής πολιτικής.  Θα τολμούσα να πω πως από μόνες τους καθιστούν άνευ ιδιαίτερα ουσιαστικής σημασίας την αναζήτηση άλλων, υπαλλακτικής υφής ποινών.  Το πρόβλημα εντοπίζεται στη διασφάλιση της δυνατότητας σωστής εφαρμογής των ποινών που προβλέπονται στο νομικό μας σύστημα.  Από την άποψη βεβαίως της ύπαρξης της απαραίτητης υποδομής στήριξης των σκοπών για τους οποίους επιβάλλεται συγκεκριμένη ποινή.  Υποδομή που συνίσταται τόσο στην αναγκαία στελέχωση υπηρεσιών, όσο και στην απαραίτητη χρηματική στήριξη για εφαρμογή προγραμμάτων τα οποία να εντάσσονται σε μια ολοκληρωμένη, σφαιρική, σωφρονιστική πολιτική.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι τα Δικαστήρια, με βάση τα αδικήματα που εκδικάζουν, τα γεγονότα που τα περιβάλλουν και λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου - στα πλαίσια της εξατομίκευσης - επιλέγουν και επιβάλλουν την κατάλληλη υπό τις συνθήκες ποινή.  Εδώ εξαντλείται ουσιαστικά και ο ρόλος των Δικαστηρίων ως προς αυτό το ζήτημα.  Το πόσο τελικά αποτελεσματική θα καταστεί η ποινή, σε ό,τι αφορά κυρίως την αναμόρφωση του δράστη και την επανένταξή του στο κοινωνικό σύνολο, θα εξαρτηθεί από τις υπηρεσίες που θα ασχοληθούν με τον κατάδικο.  Αν δηλαδή τα διάφορα τμήματα, όπως είναι οι φυλακές, ή οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, είναι κατάλληλα στελεχωμένα και αν υπάρχουν τα απαραίτητα προγράμματα, κι αυτά εφαρμόζονται, τότε ο όλος σκοπός της ποινής (τιμωρία, αποτροπή, αναμόρφωση, επανένεταξη στο κοινωνικό σύνολο), θα έχει πετύχει.  Διαφορετικά μπορεί να τιμωρηθεί ο δράστης και να προστατευθεί, εφήμερα, απ΄ αυτόν η κοινωνία, αλλά, πέραν τούτου, δεν θα υπάρχει κανένα θετικό αποτέλεσμα.  Αντιθέτως, θα δημιουργηθούν στην πορεία του χρόνου, και ως αποτέλεσμα της αποτυχίας αναμόρφωσης των νεαρών, ιδίως, δραστών, περαιτέρω και πιο σύνθετα κοινωνικά προβλήματα.  Είμαι βέβαιος ότι είναι κοινή διαπίστωση πως η στελέχωση των αρμοδίων υπηρεσιών είναι ελλειπέστατη και η οικονομική στήριξη υποτυπώδης.

Η παραβατικότητα των νέων είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο, το οποίο θα πρέπει να αντικρίζεται με ιδιαίτερη σοβαρότητα.  Οι συνέπειες είναι τέτοιας μορφής που δεν παρέχουν την πολυτέλεια σπασμωδικών ενεργειών.  Είναι επιτακτική, ως εκ τούτου, η ανάγκη ενοποίησης της νομοθεσίας που καλύπτει τους ανήλικους και ο συντονισμός και προγραμματισμός όλων των φορέων που ασχολούνται με τη νεανική παραβατικότητα.  Αποδοχή της πιο πάνω προσέγγισης, αναπόδραστα οδηγεί στη διαπίστωση, που συνιστά και βασική μου εισήγηση, ότι το σύστημα δικαιοσύνης που αφορά τους ανήλικους ουδέποτε θα θεωρείται πλήρες εάν η πολιτεία δεν αποφασίσει προς την κατεύθυνση όχι απλά της δημιουργίας Δικαστηρίου Ανηλίκων, αλλά και σωστής λειτουργίας του.  Στελέχωσής του δηλαδή από εξειδικευμένους Δικαστές και υπηρεσίες στήριξής του.  Στα πλαίσια αυτά αναγκαία θα πρέπει να θεωρείται η εμπλοκή κοινωνικών λειτουργών, ψυχολόγων, κοινωνιολόγων και άλλων σχετικά προσοντούχων ατόμων.  Συνάμα, υποστηρικτικά, θα πρέπει να προβλεφθεί δημιουργία ξεχωριστής πτέρυγας φυλακών για ανηλίκους, όπως επίσης και εκπαιδευμένου σώματος αστυνομικών, για διερεύνηση υποθέσεων στις οποίες εμπλέκονται νεαρά πρόσωπα.  Ακόμη, στα πλαίσια σφαιρικής αντίκρισης του φαινομένου της νεανικής παραβατικότητας, αναγκαία είναι η δημιουργία υπηρεσιών επιμόρφωσης και αναμόρφωσης ανηλίκων, αλλά και η ανάπτυξη προγραμμάτων πρόληψης και στήριξης ατόμων τα οποία προέχονται από διαλυμένες οικογένειες

6.  ΚΑΤΑΛΗΞΗ.

Ο Νόμος είναι κανόνας δικαίου.  Η γραπτή βούληση οργανωμένης πολιτείας που ρυθμίζει τις σχέσεις πολιτών και κράτους ή τις σχέσεις μεταξύ των πολιτών.  Εξαναγκάζει, επιβάλλει συγκεκριμένη συμπεριφορά.  Δεν νοείται, βεβαίως, αδίκημα χωρίς την ύπαρξη νόμου ο οποίος να καθιστά ποινικά κολάσιμη συγκεκριμένη πράξη και να προβλέπει την επακόλουθη ποινή.  Η ανάγκη επέμβασης του κράτους, μέσω της νομοθετικής εξουσίας, για ποινικοποίηση ορισμένης συμπεριφοράς, καταδεικνύει, από μόνη της, την αναγνώριση ύπαρξης αντικοινωνικού προβλήματος.  Η συχνή όμως καταφυγή της πολιτείας σε ενεργοποίηση απαγορευτικών διατάξεων και η αναζήτηση μέσα από αυτές προστασίας της κοινωνίας, επιμαρτυρεί και την αδυναμία της (της πολιτείας) να ελέγξει, κατά τρόπο προληπτικό, συγκεκριμένη αντικοινωνική συμπεριφορά.  Η παραβατική συμπεριφορά ανηλίκων και γενικότερα νεαρών προσώπων, έχει τις ρίζες της στην ίδια την κοινωνία.  Η αποδυνάμωση του θεσμού της οικογένειας, η υποχώρηση των κοινωνικών αξιών, η αποτυχία του εκπαιδευτικού συστήματος να προσαρμοστεί στις καινούργιες κοινωνικές συνθήκες και η αδυναμία της πολιτείας να προωθήσει μια σφαιρική αντεγκληματική πολιτική για πρόληψη και αντιμετώπιση της νεανικής παραβατικότητας, είναι παράγοντες που συντελούν καίρια στην αύξηση των κρουσμάτων αυτής της παραβατικότητας. 

Η προστασία της έννομης τάξης μέσω της επιβολής αυστηρών ποινών δεν μπορεί παρά να είναι η έσχατη οχύρωση της πολιτείας.  Ακρογωνιαίος λίθος και κορυφαίο ζητούμενο θα πρέπει να είναι η πρόληψη της νεανικής παραβατικότητας και, στις περιπτώσεις που αυτό αποτυγχάνει, η αναμόρφωση των παραβατών.  Η σχετική νομοθεσία, αλλά και η όλη προσέγγιση της πολιτείας, θα πρέπει να προσαρμοστεί ακόμη περισσότερο προς τις παραμέτρους αυτές. 

Ο Μπέρναρ Σω, σχολιάζοντας τον διττό προσανατολισμό της ποινής (τιμωρία και αναμόρφωση μαζί), τον χαρακτήρισε αντιφατικό και ανέφικτο, λέγοντας: “Όταν πρέπει να τιμωρήσεις κάποιο ανταποδοτικά, πρέπει να τον βλάψεις.  Εάν σκοπεύεις να τον αναμορφώσεις, πρέπει να τον βελτιώσεις.  Και οι άνθρωποι δεν βελτιώνονται με βλαπτικές ενέργειες. 

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.